Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Τα λεηλατημένα ξωκλήσια της Λήμνου



Στη Λήμνο λόγω της παράδοσης αιώνων αλλά και της έντονης θρησκευτικότητας των κατοίκων υπάρχουν πολλά ξωκλήσια. Κάποια από αυτά ήταν μετόχια  αγιορείτικων μονών, άλλα  ανήκουν στα παλαιά  πατριαρχικά κτήματα κι άλλα είναι ιδιόκτητα.
Στη Λήμνο λοιπόν με τα πολλά ξωκλήσια που είναι τόσα όσα και οι ημέρες του έτους και που πολλά από αυτά είναι σιωπηλοί φρουροί αιώνων, εκεί στην ερημιά της εξοχής τα τελευταία χρόνια λεηλατούνται καθημερινά.
Τα ξωκλήσια χτίστηκαν στην εξοχή όχι για να αντικαταστήσουν τους ενοριακούς ναούς όπου εκεί και μόνο τελούνται οι λειτουργίες και τα μυστήρια αλλά για να εξευμενίσουν τη φύση και να συντροφεύουν τους χωρικούς και τους κεχαγιάδες στους χώρους που περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας τους και για να έχουν τη δυνατότητα να προσεύχονται. Τα  ξωκλήσια είναι προσευχητάρια όπως πολύ ορθά το ορίζει ο ιερός κώδικας ΣΤ6 της Ιεράς Μητροπόλεως Λήμνου του (24-12-1891):
«Τα εξωκκλήσια ή ορθότερα ειπείν προσευχητάρια  διότι είναι προωρισμένα προς μερικήν μόνον χρήσιν, υπάρχουσι διεσπαρμένα ατάκτως καθ'άπαντα τα χωρία επί γηπέδων ιδιωτικών, συσταθέντα προ αμνημονεύτων χρόνων και επισκευαζόμενα από καιρού εις καιρόν ταις συνδρομαίς των πέριξ χριστιανών».
Μικρά, πέτρινα, χωματένια, στενόμακρα, ξωκλήσια που φτιάχτηκαν από φτωχούς Λημνιούς τους οποίους η πίστη μεταμόρφωσε σε σπουδαίους αρχιτέκτονες.
Η διάταξη του ναΐσκου απλή. Απλή κατασκευή, μονόκλιτη. Ένα σανιδένιο τέμπλο συχνά στηριγμένο σε αρχαίους κίονες χωρίζει το ιερό από τον κυρίως ναό.
Το τέμπλο το στολίζουν με αγιογραφίες λαϊκών ζωγράφων που στα πρόσωπα των Αγίων συναντούν το βλέμμα  των συγχωριανών τους.
Κάπως έτσι τα ξωκλήσια της Λήμνου διατηρήθηκαν στο χρόνο. Συχνά  όμως με ανακαινίσεις εκ βάθρων άλλαξαν μορφή.
Οι παλιές εικόνες χάθηκαν, κάποιες σάπισαν από την υγρασία και αντικαταστάθηκαν από νεότερες, μαζικής παραγωγής  και πιο φανταχτερές. Κάποιες κλάπηκαν. Πολλές φορές έργα λαϊκής θρησκευτικής τέχνης αφέθηκαν στον ήλιο και το αγιάζι κι αντί να συντηρηθούν, καταστράφηκαν ολοσχερώς. Αλλά κι άλλα δομικά υλικά κάθε φορά  που άλλαζαν κάτι το άφηναν εκεί στον προαύλιο χώρο από φόβο Θεού ή μήπως κι οι Άγιοι θυμώσουν. Συχνά  πόρτες ή παράθυρα  κείτονται δίπλα στο ναΐσκο.
Τα τελευταία χρόνια οι  ανακαινίσεις των ναΐσκων πλήθυναν και αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία των εξωκλησιών με αποτέλεσμα κι  οι Άγιοι να τα εγκαταλείπουν. Γιατί φεύγει πρώτα απ’ όλα η πίστη, ο σεβασμός κι η ευλάβεια προς το Θεό.
Σε ένα όμορφο ξωκλήσι παραθαλάσσιο που κάποτε το έχτισαν πειρατές και που το μανουάλι του το στολίζει παλιό βόλι κάποιος σκέφτηκε να ανακαινίσει το δάπεδο. « Το΄ χω τάμα» είπε στους συγχωριανούς και το έκανε.
Το ξωκλήσι των πειρατών το οποίο θα μπορούσε να ντυθεί με τοπική πέτρα που βγαίνει άφθονη στην περιοχή κι είναι εξαιρετική ντύθηκε με ένα άσπρο πλακάκι δεύτερης διαλογής. Η ανισόπεδη τοποθέτηση αυτή των πλακιδίων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ασεβή αν δεν υπήρχαν άλλοι σοβαρότεροι λόγοι όπως λεηλασία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Γιατί η ανακαίνιση αυτή έγινε για να καλυφθούν οι παράνομες εργασίες που είχαν κάνει μέσα στο ναό. Παρόμοιες ανακαινίσεις υπάρχουν πολλές στο νησί.
Στη ναοδομία και στις ανακαινίσεις εξωκλησιών κυριαρχεί η αυθαιρεσία  που οδηγεί συχνά σε «εικαστικά έκτροπα».
Ξαφνικά στη Λήμνο όλα τα ξωκλήσια έγιναν ομοιόμορφα. Λευκό και γαλάζιο παντού. Ξενόφερτη εικόνα κυκλαδίτικου νησιού κυριαρχεί παντού .
Τα ξωκλήσια της Λήμνου είχαν πάντα το χρώμα της πέτρας και της άμμου θαλάσσης. Αυτά ήταν τα χρώματα της Λήμνου. Κι αν το λευκό δε ξενίζει, ξενίζει πολύ το γαλάζιο. Παλαιότερα οι Λημνιοί ακόμα και τις πόρτες στα ξωκλήσια τις έβαφαν με γήινα χρώματα με κυρίαρχο χρώμα, το καφέ.
Τα ξωκλήσια έχουν ανάγκη από τρία βασικά χαρακτηριστικά: αγάπη,  πίστη προς το Δημιουργό και ταπείνωση. Συστατικά που δυστυχώς συχνά απουσιάζουν.
Χρέος όλων μας είναι η προστασία της πολιτιστικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς  από τις «χρωματικές κακοποιήσεις» και τις εκ βάθρου καταστροφές.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού




Η Αυγούστα Ιουλία Φλαβία  Ελένη το Μάρτιο του 326 μ.χ. έφτασε στα Ιεροσόλυμα με τη συνοδεία της με σκοπό  την αναζήτηση του Τιμίου Σταυρού.
Οι κάτοικοι της πόλης σαν το έμαθαν την χλεύασαν και τη θεώρησαν σαλή. Έψαχνε  μετά από τόσους αιώνες να βρει το Τίμιο Ξύλο.
Η Αγία Ελένη όμως δεν πτοήθηκε. Αντίθετα αποφάσισε να χαρίσει θησαυρό σε όποιον τη βοηθούσε. Τότε εμφανίστηκε μια νεαρή η οποία της ανάφερε για τον Ιούδα, ένα κάτοικο της πόλης, Εβραίο, ο οποίος γνώριζε το μέρος όπου είχαν ρίξει  το Σταυρό μέσα από αφηγήσεις των προγόνων του.
Πράγματι η Αγία Ελένη πήγε στον Ιούδα και το θερμοπαρακάλεσε να την οδηγήσει στο τόπο. Εκείνος όμως σθεναρά αρνήθηκε. Σύμφωνα με την παράδοση η Αυγούστα Ελένη διέταξε τότε και τον έβαλαν μέσα σε ένα πηγάδι για μια εβδομάδα μέχρι που δέχτηκε να την οδηγήσει στον τόπο που κείτονταν θαμμένος ο Σταυρός.
Σαν έφτασαν στο μέρος η Ελένη πάτησε ένα χορτάρι κι αισθάνθηκαν τη ευωδία από ένα χόρτο, ένα βασιλικό χόρτο, το βασιλικό, που σκέπαζε τη περιοχή και τράβηξε την προσοχή της Αγίας.
Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε και βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Ιησού και των δυο ληστών.
Πως όμως θα μπορούσαν να μάθουν ποιος από τους τρεις σταυρούς ήταν του Ιησού;
Μετέφεραν τους Σταυρούς στην πλατεία των Ιεροσολύμων και καθώς η Αγία Ελένη, ο πατριάρχης Μακάριος και η συνοδεία της Αγίας κοίταζαν τους Σταυρούς μια νεκρική πομπή περνούσε από εκεί. Ο Πατριάρχης ζήτησε τότε και η νεκρή γυναίκα τοποθετήθηκε διαδοχικά στους Σταυρούς. Όταν το νεκρό σώμα ήρθε σε επαφή με το Τίμιο Ξύλο η γυναίκα αναστήθηκε.
Ο Ιούδας βλέποντας το θαύμα ασπάστηκε το Χριστιανισμό κι ονομάστηκε Κυριακός. « … του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυριακού του φανερώσαντος τον Τίμιον Σταυρόν, επί της Βασιλείας Κωνσταντίνου του Μεγάλου και Ελένης της αυτού μητρός» όπως αναφέρει και το συναξάρι.
Ο Κυριακός χειροτονήθηκε αργότερα επίσκοπος Ιεροσολύμων και μαρτύρησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη. (361-363)
Η ανεύρεση του Σταυρού έγινε στις 6 Μαρτίου του 326.Η ύψωση του όμως έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου από τον Πατριάρχη Μακάριο με σκοπό να τον προσκυνήσει ο κόσμος. Αυτή ήταν η πρώτη ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
Η δεύτερη ύψωση έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου του 626 όταν  ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Είχε μεσολαβήσει η αρπαγή του από τους Πέρσες και η επιστροφή του στα Ιεροσόλυμα ύστερα από τη νίκη του αυτοκράτορα Ηράκλειου εναντίον των Περσών.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη